Τι Ευρώπη χρειαζόμαστε;

  • Wednesday, 02 April 2014

Από την ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ και τον ΣΙΜΟ ΜΠΕΝΣΑΣΣΩΝ
Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 50, Απρίλιος 2914, σελ 43-44

Τι Ευρώπη χρειαζόμαστε;

«Δεν έχουμε ανάγκη από Ηνωμένα Έθνη της Ευρώπης, αλλά Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. ... Ο πυρήνας της Ευρώπης δεν συγκροτείται από τα έθνη της. Η Ευρώπη έχει τους πολίτες στον πυρήνα της.»
Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφασταντ Jürgen Habermas, The Crisis of the European Union: A Response, Polity Press, Cambridge 2013, pp. 120 Simon Hix, What’s Wrong with the European Union and How to Fix it, Polity Press, Cambridge 2008, pp. 228 Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφσταντ, Ξύπνα Ευρώπη! Ένα μανιφέστο για μια άλλη Ευρώπη, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012, σελ. 188

Οι Ευρωεκλογές διαφέρουν από τις εθνικές εκλογές όσο οι εθνικές εκλογές από τις εκλογές για τον δήμαρχο Άνω Αγουλινίτσας. Και οι τρεις είναι σημαντικές αλλά τα κριτήρια με τα οποία ψηφίζουμε θα έπρεπε να είναι τελείως διαφορετικά. Η τάση στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνο, είναι η επιβολή εθνικών (κομματικών) κριτηρίων και στα τρία επίπεδα. Έτσι εξασφαλίζεται, βέβαια, η ευημερία των κομμάτων. Όμως τα υπαρκτά προβλήματα του τοπικού ή του ευρωπαϊκού επιπέδου παραμένουν αζήτητα και άλυτα.


Η κρίση που περνάει ολόκληρη η Ευρώπη εντείνει την τάση πολλών για επιστροφή σε «παλιές καλές μέρες», σε ευρωσκεπτικισμό και επίσης σε αντιευρωπαϊσμό. Ξεχνάνε πόσο λιγότερο καλές ήταν αυτές οι παλιές μέρες ακόμη και από τις μέρες της κρίσης. Η ανάμνηση των «Ημερών
του 2007 – προ κρίσης» εξαφανίζει τις «Ημέρες του 1977 – προ Ευρώπης». Το «ρολόι πίσω» μάς επιστρέφει στο επίπεδο ζωής του 1970,
ελαττωμένο κατά το μέγεθος της κρίσης αλλά χωρίς σανίδα σωτηρίας ή εξόδου από αυτήν. Δεν είναι σύμπτωση ότι οι Έλληνες σε πρόσφατο
ευρωβαρόμετρο έχουν την χειρότερη εικόνα της Ευρώπης από κάθε άλλο.

Τι φταίει για μια τόσο αρνητική αντιμετώπιση της Ευρώπης; Η σημαντικότερη ίσως αιτία είναι η αδυναμία του ευρωπαίου ψηφοφόρου
να επηρεάσει απευθείας την ευρωπαϊκή πολιτική. Την ευθύνη για αυτό την έχει η κυβέρνηση, η οποία όμως δεν εκλέχθηκε με βάση την
ευρωπαϊκή πολιτική της. Αυτή η αποκοπή του πολίτη από το να κατευθύνει τις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτελεί ένα ξεκάθαρο δημοκρατικό έλλειμμα.

Οι εποχές κρίσης όπως αυτή που διανύουμε απαιτούν δραστικές λύσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς δημοκρατική
νομιμοποίηση. Για αυτή τη νομιμοποίηση απαιτείται ένας ευρωπαϊκός «δήμος» –ένας χώρος συλλογικής διαλεκτικής μέσα από την οποία οι
πολίτες επιλέγουν, σε εκλογές, την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής– αποδοκιμάζοντας κατά το δοκούν πολιτικές που απέτυχαν.
Τέτοιος δήμος και τέτοιο σύστημα επιλογής της ευρωπαϊκής πολιτικής δεν υπάρχει σήμερα. Είναι η έλλειψη ενός τέτοιου δήμου που τροφοδοτεί
το ρεύμα αμφισβήτησης στην Ευρώπη. Η αμφισβήτηση αυτή απορρίπτει τη βαθύτερη ενοποίηση και προκρίνει διάφορες εκδοχές «νεοεθνικισμού».

Στις εκλογές του Μαΐου δίνεται η δυνατότητα να αρχίσει να ξεπερνιέται αυτό το έλλειμμα. Οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για την εκλογή του
προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – δηλαδή του εκτελεστικού οργάνου της ΕΕ και του μόνου από τα τρία βασικά όργανα (με το
Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο) που δεν μπορεί να υποστεί τα αποτελέσματα της λαϊκής αποδοκιμασίας. Είναι ένα μικρό πρώτο βήμα
προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά αν δεν θέλουμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω πολλές δεκαετίες και αν θέλουμε να στηρίξουμε μια Ευρώπη που
θα αντιμετωπίσει και θα λύσει τα προβλήματά της με δημοκρατικό τρόπο πρέπει να προσδιορίσουμε τι Ευρώπη χρειαζόμαστε.

Ένα κεντρικό δίλημμα:
Ομοσπονδιακή Ευρώπη ή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών; Η Ευρώπη εξ αρχής ήταν ένα πείραμα στη διακυβέρνηση. Ήταν μια αναζήτηση στο ανεξερεύνητο τοπίο της συνεργασίας, της εθελοντικής παραίτησης από κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ μιας πολύ μεγαλύτερης «πίτας» κοινών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Έτσι μας χάρισε εβδομήντα σχεδόν χρόνια ειρήνης και συνεργασίας και στηρίζει την κοινωνική συνοχή παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μια διάλυση της Ένωσης που μερικοί θα ήθελαν θα μπορούσε εύκολα να μετατρέψει τις σημερινές αντιμετωπίσιμες δυσκολίες σε επαναλήψεις παρελθόντων διχασμών. Για τον λόγο αυτό βλέπουμε μονάχα δυο λύσεις για σοβαρή επιλογή. Από την μια πολύ πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη βαθύτερης συνεργασίας και αλληλεγγύης και από την άλλη την Ευρώπη της αφετηρίας – μια Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. Από τη δεκαετία του ’50, κάθε της βήμα ήταν προς «μια ευρύτερη και βαθύτερη Ευρώπη» – μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη, παρά την άρνηση των Βρετανών να περιληφθεί η λέξη «ομοσπονδιακή» στις διάφορες συνθήκες. Όπως έλεγε ο Ντελόρ, η Ευρώπη είναι σαν ποδήλατο: αν δεν προχωρήσεις θα πέσεις. Η δική μας απάντηση θέτει το παλιό ερώτημα στο πλαίσιο των νέων δεδομένων της παγκοσμιοποίησης, της ανάπτυξης νέων ανταγωνιστών, και της πραγματικότητας μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και κυρίως του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο προκρίνουμε την
Ομοσπονδία επειδή:
— Μόνο σαν Ομοσπονδιακή Ευρώπη μπορούμε να ανταγωνιστούμε σε έναν κόσμο που το οικονομικό κέντρο βάρους του (και όχι μόνο)
απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την γηραιά ήπειρο, που το ιστορικά κυριότερο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, η γνώση, έχει γίνει
παγκοσμίως κοινό αγαθό.
— Η Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών έχει δείξει να λειτουργεί μόνο όταν πνέει ούριος άνεμος –κάνοντας τα καλά καλύτερα– ενώ στα δύσκολα
μπορεί να κάνει τα κακά χειρότερα. Σε χώρες σαν την Ελλάδα, για παράδειγμα, η κρίση ανέδειξε παθογένειες, όπως τα ελλείμματα, που μια
απλή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών δεν βοηθά στην αντιμετώπισή τους.

Μήπως στη σημερινή εποχή δεν χρειάζεται να απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα; Μήπως υπάρχουν πλέον κάποιες περισσότερο ευρύχωρες
«ενδιάμεσες θέσεις»; Η πορεία της Ευρώπης μέχρι σήμερα έχει αφήσει πίσω της τον σταθμό της Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, αλλά δεν έχει πλησιάσει τον σταθμό «Ομοσπονδία». Βρίσκεται κάπου στη μέση, και παραπαίει: βλέπει την ανταγωνιστικότητα και την αξιοπιστία της να υποχωρούν, το κλίμα των προσδοκιών να βαραίνει, τον ορίζοντα της βιωσιμότητας να σκουραίνει.

Και μέσα στην κρίση τα αβέβαια γίνονται ακόμα δυσκολότερα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση: Το συλλογικό μας ποδήλατο, η Ευρώπη, ή θα
προχωρήσει προς ένα ομοσπονδιακό μέλλον ή θα χάσει την ισορροπία του (και θα επιστρέψουμε με τα πόδια στο σημείο εκκίνησης).
Πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα υλοποιήσουμε αυτό το ομοσπονδιακό μέλλον και ποιους στόχους θα θέλαμε να θέσουν το νέο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο και η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι στόχοι για μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη Τι χαρακτηρίζει μια ομοσπονδία, πέρα από τα σύμβολα όπως η σημαία, ο ύμνος, η πρωτεύουσα και η «εθνική ομάδα»;
– Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί.
– Η οικονομική συνοχή.
– Η κοινωνική συνοχή.
– Η παιδεία.
Σ’ αυτά θα έπρεπε να προσθέσουμε ως αυτοτελή στόχο την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας. Στους τομείς αυτούς η
παρέμβαση της ΕΕ στην πράξη περιορίζεται είτε σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε σε μια επέκταση της πολιτικής του ΝΑΤΟ. Η
συζήτηση όμως μιας πολιτικής που θα προσπαθούσε να προσδιορίσει και να στηρίξει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα στο
θέμα της Ουκρανίας, ξεπερνάει τα περιθώρια αυτού του πονήματος.

Τους στόχους και τις πολιτικές μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης θα πρέπει να διατρέχει η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να κάνουμε/διευθετούμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο· αλλά και αντίστροφα, δεν πρέπει να γίνεται σε εθνικό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά ή πιο δίκαια στο ευρωπαϊκό.

Στόχος πρώτος: οι δημοκρατικοί θεσμοί Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί εξασφαλίζουν ότι η κατεύθυνση της
ευρωπαϊκής πολιτικής νομιμοποιείται μέσα από την κάλπη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται άμεσα, αλλά ενώ παίζει σημαντικό
ρόλο στην τελική διαμόρφωση της νομοθεσίας δεν είναι αυτό που την προτείνει ή που ξεκινά πρωτοβουλίες. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
αποτελείται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των κρατών. Όμως ούτε αυτό προτείνει νομοθεσία. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της
νομοθεσίας είναι μιρκότερος από το άθροισμα των συμφερόντων των κρατών-μελών, καθώς οι αποφάσεις συχνά αδυνατίζουν από την ανάγκη
συμβιβασμού ή αργούν για να μη θίξουν συμφέροντα κυβερνώντων κομμάτων – παράδειγμα η τραπεζική ενοποίηση. Το εκτελεστικό όργανο
της ΕΕ, η Επιτροπή, προτείνει νομοθεσία, επιτηρεί την εφαρμογή της και εκπροσωπεί το πανευρωπαϊκό συμφέρον, χωρίς όμως την απαιτούμενη
δημοκρατική νομιμοποίηση. Σαν αποτέλεσμα, της λείπει η πολιτική πυγμή προκειμένου να υποστηρίζει τις πολιτικές που απαιτούν οι
δραστικές λύσεις για τα σημερινά προβλήματα.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής που θα προκύψει από τις εκλογές του 2014 έχει την ευθύνη για τη γενική κατεύθυνση της νομοθεσίας. Αυτό είναι
βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά, δεν αρκεί. Ο ύστατος στόχος θα πρέπει να είναι μια Επιτροπή της οποίας όλα τα μέλη προκύπτουν από
εκλογές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε ένα 10% του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εκλέγεται με ένα ευρωπαϊκό ψηφοδέλτιο της κάθε
κοινοβουλευτικής παράταξης και όλα τα μέλη της Επιτροπής να προκύπτουν από τους εκλεγέντες με αυτόν τον τρόπο. Μια τέτοια
επιτροπή θα ήταν σαν μια Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Κυβέρνηση – με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να αντιστοιχούν σε Κάτω και Άνω
Βουλή. Σε ένα τέτοιο σχήμα βέβαια το Συμβούλιο θα διατηρούσε τον «συνταγματικό» ρόλο στην αναθεώρηση των συνθηκών.

Στόχος δεύτερος: η οικονομική συνοχή και ανάπτυξη Το κοινό νόμισμα έχει στόχο να εξασφαλίσει την οικονομική συνοχή και ανάπτυξη. Στην παρούσα του μορφή όμως έχει τρεις σημαντικές αδυναμίες.
Πρώτον, ότι οι θεσμοί της νομισματικής ενοποίησης είναι ακόμη λειψοί: Ο απαραίτητος δημοσιονομικός συντονισμός είναι υποτυπώδης. Το
κοινό νόμισμα δεν συμπληρώνεται από θεσμούς και λειτουργίες κεντρικών τραπεζών που τις θεωρούσαμε αυτονόητες στο επίπεδο του κάθε κράτους – όπως ο δανειστής ύστατης ανάγκης για την αποτροπή τραπεζικών πανικών.

Δεύτερον, παραμένουν δομικές ασυμμετρίες. Η πίεση για προσαρμογή είναι μεγαλύτερη σε ελλειμματικές χώρες παρά σε πλεονασματικές.
Αυτό συνεπάγεται εγγενείς τάσεις που γεννούν και παρατείνουν την ύφεση.

Τρίτον, τα οφέλη της ενοποίησης καθυστερούν και κατανέμονται άνισα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ο λόγος για τον οποίο προωθήθηκε το
κοινό νόμισμα ήταν για να δημιουργηθεί μια μεγάλη και δυναμική αγορά – μια αγορά που μπορούσε να επισκιάσει αυτή των ΗΠΑ. Το νόμισμα
όμως, όσο σημαντικό και να είναι, δεν αρκεί μόνο του για να αναδείξει τον λανθάνοντα δυναμισμό της Ευρώπης. Για να γίνει η Ευρώπη κοινή
αγορά στην ουσία –και όχι ως απλό ρητορικό κατασκεύασμα– απαιτούνται πολύ πιο θαρραλέες αποφάσεις. Όσο αυτές καθυστερούν, η Ευρώπη θα παραμένει ένα σύνολο 28 εθνικών οικονομιών. Δεν είναι τυχαίο ότι όποιος Ευρωπαίος έχει μια αξιοποιήσιμη καινοτομική ιδέα προτιμά να μετακομίσει για να την αξιοποιήσει στις ΗΠΑ.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες, αντιμετωπίζουμε το κόστος της ενοποίησης αν και όφελος ακόμη αναζητείται. Επιπλέον το ισοζύγιο
αυτό κατανέμεται άνισα. Η ενοποίηση προχώρησε πολύ ταχύτερα σε θέματα που αφορούσαν το κεφάλαιο, παρά την απασχόληση. Και αυτό
παρά το γεγονός ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ευρώπης βρίσκεται ακριβώς στο εργατικό δυναμικό και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η απασχόληση ως τώρα αποτελούσε τον φτωχό συγγενή του ευρωπαϊκού συντονισμού. Άφηνε στο κεφάλαιο τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην
Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, ταυτίζοντας έτσι την ευρωπαϊκή ιδέα με την προστασία των επιχειρήσεων και όχι των ανθρώπων. Το κεφάλαιο
αποδείχθηκε περισσότερο κινητικό και οι επιχειρήσεις πιο κοσμοπολίτικες από τις οργανωμένες μορφές της εργασίας. Τα συνδικάτα, ανά την Ευρώπη, παρά τις διεθνιστικές τους ρίζες αποδείχθηκαν δέσμια των εθνικών συνόρων, προτιμώντας επιμέρους συναλλαγές με εθνικές κυβερνήσεις αντί του πιο ανοιχτού παιχνιδιού στο ευρωπαϊκό γήπεδο.

Στόχος τρίτος: Κοινωνική συνοχή Η κοινωνική συνοχή έρχεται να αντιμετωπίσει τις διαταραχές που δημιουργεί η οικονομική ανάπτυξη. Βοηθά στην παραγωγή πλούτου και δεν τον αναδιανέμει απλώς εκ των υστέρων. Είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της βιωσιμότητας αλλά και την παροχή περιεχομένου στη δημοκρατική νομιμοποίηση. Όμως, παρά τον κρίσιμο ρόλο της, η κοινωνική πολιτική στην Ευρώπη
παραμένει αυστηρά εθνική. Έτσι αγνοεί τις πραγματικές επιπτώσεις της αυξανόμενης κινητικότητας τόσο του κεφαλαίου όσο και των εργαζομένων. Όταν ένας Έλληνας μετακινείται για κάποια χρόνια στην Ισπανία και ένας Άγγλος στη Σουηδία, δεν μεταφέρει μόνο την εργασία, αλλά και τη ζωή του – τις κοινωνικές του ανάγκες. Για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στο όραμά της χρειάζεται η κοινωνική αλληλεγγύη να μην σταματά στα εθνικά σύνορα.
Σήμερα η Ευρώπη μεταβιβάζει τεράστια ποσά από το κέντρο στις περιφέρειες επικαλούμενη την κοινωνική συνοχή. Όμως, το σημερινό
«σύστημα» είναι μια κουρελού χωρίς συνεκτική λογική – όσο και αν εξασφαλίζει κάποια ιστορική συνέχεια. Οι σημερινές μεταβιβάσεις –τα
διαρθρωτικά ταμεία, το ταμείο συνοχής κ.λπ.– έχουν κύριο στόχο να κλείνουν τρύπες στις διακρατικές ισορροπίες.
Για αυτό και κατηγορούνται συχνά ως προϊόν συνδιαλλαγής ή χαρακτηρίζονται απλές αντιπαροχές σε άσχετα θέματα. Αν πραγματικά εννοούμε ότι χρειαζόμαστε κοινωνική συνοχή, χρειαζόμαστε και ριζικές αλλαγές σε όλο το σύστημα μεταβιβάσεων.

Στόχος Τέταρτος: Παιδεία
Για να είναι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία βιώσιμη θα πρέπει να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα. Σε προηγούμενους αιώνες αυτή πήγαζε «αυτομάτως» από μια παιδεία από την οποία προέκυπτε πλουτοπαραγωγική γνώση, τεχνολογία και καινοτομία. Η Ευρώπη είχε τότε μια πρωτοπορία που τώρα σιγά-σιγά χάνεται. Αποτέλεσμα, η τεχνολογία και η καινοτομία να μεταφέρονται εύκολα σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε η Ευρώπη, ένας χώρος φτωχός σε φυσικούς πόρους, να διατηρήσει την θέση της στον κόσμο, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν ριζικές καινοτομίες στον χώρο της παιδείας που να αντανακλούν τις συνθήκες και την τεχνολογία του 21ου αιώνα. Αυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ένα μακροπρόθεσμο πειραματικό πρόγραμμα και μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα θα συμμετείχαν, εθελοντικά, σχολεία από όλη την Ευρώπη. Ξεκινώντας από μεταρρυθμίσεις στις μικρές ηλικίες, αυτές
θα προχωρούσαν μέχρι την είσοδο στην ανώτατη παιδεία κερδίζοντας ένα έτος εκπαίδευσης κάθε δυο περίπου χρόνια. Έτσι, σε 25 με 30 χρόνια θα προκύψει ένα τελείως νέο σύστημα παιδείας, δοκιμασμένο στην πράξη και πιστοποιημένο από την ΕΕ. Ένα τέτοιο σύστημα θα εξασφάλιζε την βέλτιστη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση αλλά και τον προσανατολισμό της παιδείας προς τη δημιουργικότητα και την κοινωνικότητα. Το σύστημα το οποίο θα προέκυπτε θα επέτρεπε την προσαρμογή του στις ιδιομορφίες του κάθε τόπου καθώς και την παράλληλη λειτουργία του, σε καθαρά εθελοντική βάση, με οποιοδήποτε άλλο συμβατικό σύστημα θα επιθυμούσε ενδεχομένως να διατηρήσει κάποιο κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η συγκυρία των Ευρωεκλογών
Οι επικείμενες Ευρωεκλογές είναι ταυτόχρονα οι πιο «επικίνδυνες» εκλογές για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία που παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα. Οι κίνδυνοι πηγάζουν από τη αντιμετώπισή τους σαν μια ακόμη επέκτασης του τοπικού εκλογικού σκηνικού. Η αποχή, με πηγή την απογοήτευση, η ψήφος-τιμωρία και η ψήφος-«μήνυμα» περιφρονούν και ακυρώνουν τη μεγαλύτερη έως σήμερα ευκαιρία για δημοκρατική αλλαγή στην Ευρώπη.

Η ευκαιρία είναι η ψήφος με ευρωπαϊκά κριτήρια: Αδιαφορώντας για τα εθνικά κόμματα (αφού δεν ψηφίζουμε σε εθνικές εκλογές), θα πρέπει να
δούμε τι πρεσβεύουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές παρατάξεις, αλλά και ποιον προτείνουν για τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το κριτήριο πρέπει είναι τι προτείνουν για το μέλλον της Ευρώπης και τι για την έξοδο από την κρίση.
Μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη μακροπρόθεσμα θα φέρει και περισσότερη δημοκρατία. Όμως δεν μπορούμε να περιμένουμε. Πρέπει να αρχίσει η δημοκρατική εμβάθυνση το συντομότερο. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος οι φυγόκεντρες αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να την κάνουν δια παντός αδύνατη.Από την ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ και τον ΣΙΜΟ ΜΠΕΝΣΑΣΣΩΝ
Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 50, Απρίλιος 2914, σελ 43-44

Τι Ευρώπη χρειαζόμαστε;

«Δεν έχουμε ανάγκη από Ηνωμένα Έθνη της Ευρώπης, αλλά Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. ... Ο πυρήνας της Ευρώπης δεν συγκροτείται από τα έθνη της. Η Ευρώπη έχει τους πολίτες στον πυρήνα της.»
Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφασταντ Jürgen Habermas, The Crisis of the European Union: A Response, Polity Press, Cambridge 2013, pp. 120 Simon Hix, What’s Wrong with the European Union and How to Fix it, Polity Press, Cambridge 2008, pp. 228 Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφσταντ, Ξύπνα Ευρώπη! Ένα μανιφέστο για μια άλλη Ευρώπη, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012, σελ. 188

Οι Ευρωεκλογές διαφέρουν από τις εθνικές εκλογές όσο οι εθνικές εκλογές από τις εκλογές για τον δήμαρχο Άνω Αγουλινίτσας. Και οι τρεις είναι σημαντικές αλλά τα κριτήρια με τα οποία ψηφίζουμε θα έπρεπε να είναι τελείως διαφορετικά. Η τάση στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνο, είναι η επιβολή εθνικών (κομματικών) κριτηρίων και στα τρία επίπεδα. Έτσι εξασφαλίζεται, βέβαια, η ευημερία των κομμάτων. Όμως τα υπαρκτά προβλήματα του τοπικού ή του ευρωπαϊκού επιπέδου παραμένουν αζήτητα και άλυτα.
Η κρίση που περνάει ολόκληρη η Ευρώπη εντείνει την τάση πολλών για επιστροφή σε «παλιές καλές μέρες», σε ευρωσκεπτικισμό και επίσης σε αντιευρωπαϊσμό. Ξεχνάνε πόσο λιγότερο καλές ήταν αυτές οι παλιές μέρες ακόμη και από τις μέρες της κρίσης. Η ανάμνηση των «Ημερών
του 2007 – προ κρίσης» εξαφανίζει τις «Ημέρες του 1977 – προ Ευρώπης». Το «ρολόι πίσω» μάς επιστρέφει στο επίπεδο ζωής του 1970,
ελαττωμένο κατά το μέγεθος της κρίσης αλλά χωρίς σανίδα σωτηρίας ή εξόδου από αυτήν. Δεν είναι σύμπτωση ότι οι Έλληνες σε πρόσφατο
ευρωβαρόμετρο έχουν την χειρότερη εικόνα της Ευρώπης από κάθε άλλο.

Τι φταίει για μια τόσο αρνητική αντιμετώπιση της Ευρώπης; Η σημαντικότερη ίσως αιτία είναι η αδυναμία του ευρωπαίου ψηφοφόρου
να επηρεάσει απευθείας την ευρωπαϊκή πολιτική. Την ευθύνη για αυτό την έχει η κυβέρνηση, η οποία όμως δεν εκλέχθηκε με βάση την
ευρωπαϊκή πολιτική της. Αυτή η αποκοπή του πολίτη από το να κατευθύνει τις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτελεί ένα ξεκάθαρο δημοκρατικό έλλειμμα.

Οι εποχές κρίσης όπως αυτή που διανύουμε απαιτούν δραστικές λύσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς δημοκρατική
νομιμοποίηση. Για αυτή τη νομιμοποίηση απαιτείται ένας ευρωπαϊκός «δήμος» –ένας χώρος συλλογικής διαλεκτικής μέσα από την οποία οι
πολίτες επιλέγουν, σε εκλογές, την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής– αποδοκιμάζοντας κατά το δοκούν πολιτικές που απέτυχαν.
Τέτοιος δήμος και τέτοιο σύστημα επιλογής της ευρωπαϊκής πολιτικής δεν υπάρχει σήμερα. Είναι η έλλειψη ενός τέτοιου δήμου που τροφοδοτεί
το ρεύμα αμφισβήτησης στην Ευρώπη. Η αμφισβήτηση αυτή απορρίπτει τη βαθύτερη ενοποίηση και προκρίνει διάφορες εκδοχές «νεοεθνικισμού».

Στις εκλογές του Μαΐου δίνεται η δυνατότητα να αρχίσει να ξεπερνιέται αυτό το έλλειμμα. Οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για την εκλογή του
προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – δηλαδή του εκτελεστικού οργάνου της ΕΕ και του μόνου από τα τρία βασικά όργανα (με το
Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο) που δεν μπορεί να υποστεί τα αποτελέσματα της λαϊκής αποδοκιμασίας. Είναι ένα μικρό πρώτο βήμα
προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά αν δεν θέλουμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω πολλές δεκαετίες και αν θέλουμε να στηρίξουμε μια Ευρώπη που
θα αντιμετωπίσει και θα λύσει τα προβλήματά της με δημοκρατικό τρόπο πρέπει να προσδιορίσουμε τι Ευρώπη χρειαζόμαστε.

Ένα κεντρικό δίλημμα:
Ομοσπονδιακή Ευρώπη ή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών; Η Ευρώπη εξ αρχής ήταν ένα πείραμα στη διακυβέρνηση. Ήταν μια αναζήτηση στο ανεξερεύνητο τοπίο της συνεργασίας, της εθελοντικής παραίτησης από κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ μιας πολύ μεγαλύτερης «πίτας» κοινών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Έτσι μας χάρισε εβδομήντα σχεδόν χρόνια ειρήνης και συνεργασίας και στηρίζει την κοινωνική συνοχή παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μια διάλυση της Ένωσης που μερικοί θα ήθελαν θα μπορούσε εύκολα να μετατρέψει τις σημερινές αντιμετωπίσιμες δυσκολίες σε επαναλήψεις παρελθόντων διχασμών. Για τον λόγο αυτό βλέπουμε μονάχα δυο λύσεις για σοβαρή επιλογή. Από την μια πολύ πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη βαθύτερης συνεργασίας και αλληλεγγύης και από την άλλη την Ευρώπη της αφετηρίας – μια Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. Από τη δεκαετία του ’50, κάθε της βήμα ήταν προς «μια ευρύτερη και βαθύτερη Ευρώπη» – μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη, παρά την άρνηση των Βρετανών να περιληφθεί η λέξη «ομοσπονδιακή» στις διάφορες συνθήκες. Όπως έλεγε ο Ντελόρ, η Ευρώπη είναι σαν ποδήλατο: αν δεν προχωρήσεις θα πέσεις. Η δική μας απάντηση θέτει το παλιό ερώτημα στο πλαίσιο των νέων δεδομένων της παγκοσμιοποίησης, της ανάπτυξης νέων ανταγωνιστών, και της πραγματικότητας μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και κυρίως του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο προκρίνουμε την
Ομοσπονδία επειδή:
— Μόνο σαν Ομοσπονδιακή Ευρώπη μπορούμε να ανταγωνιστούμε σε έναν κόσμο που το οικονομικό κέντρο βάρους του (και όχι μόνο)
απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την γηραιά ήπειρο, που το ιστορικά κυριότερο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, η γνώση, έχει γίνει
παγκοσμίως κοινό αγαθό.
— Η Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών έχει δείξει να λειτουργεί μόνο όταν πνέει ούριος άνεμος –κάνοντας τα καλά καλύτερα– ενώ στα δύσκολα
μπορεί να κάνει τα κακά χειρότερα. Σε χώρες σαν την Ελλάδα, για παράδειγμα, η κρίση ανέδειξε παθογένειες, όπως τα ελλείμματα, που μια
απλή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών δεν βοηθά στην αντιμετώπισή τους.

Μήπως στη σημερινή εποχή δεν χρειάζεται να απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα; Μήπως υπάρχουν πλέον κάποιες περισσότερο ευρύχωρες
«ενδιάμεσες θέσεις»; Η πορεία της Ευρώπης μέχρι σήμερα έχει αφήσει πίσω της τον σταθμό της Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, αλλά δεν έχει πλησιάσει τον σταθμό «Ομοσπονδία». Βρίσκεται κάπου στη μέση, και παραπαίει: βλέπει την ανταγωνιστικότητα και την αξιοπιστία της να υποχωρούν, το κλίμα των προσδοκιών να βαραίνει, τον ορίζοντα της βιωσιμότητας να σκουραίνει.

Και μέσα στην κρίση τα αβέβαια γίνονται ακόμα δυσκολότερα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση: Το συλλογικό μας ποδήλατο, η Ευρώπη, ή θα
προχωρήσει προς ένα ομοσπονδιακό μέλλον ή θα χάσει την ισορροπία του (και θα επιστρέψουμε με τα πόδια στο σημείο εκκίνησης).
Πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα υλοποιήσουμε αυτό το ομοσπονδιακό μέλλον και ποιους στόχους θα θέλαμε να θέσουν το νέο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο και η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι στόχοι για μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη Τι χαρακτηρίζει μια ομοσπονδία, πέρα από τα σύμβολα όπως η σημαία, ο ύμνος, η πρωτεύουσα και η «εθνική ομάδα»;
– Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί.
– Η οικονομική συνοχή.
– Η κοινωνική συνοχή.
– Η παιδεία.
Σ’ αυτά θα έπρεπε να προσθέσουμε ως αυτοτελή στόχο την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας. Στους τομείς αυτούς η
παρέμβαση της ΕΕ στην πράξη περιορίζεται είτε σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε σε μια επέκταση της πολιτικής του ΝΑΤΟ. Η
συζήτηση όμως μιας πολιτικής που θα προσπαθούσε να προσδιορίσει και να στηρίξει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα στο
θέμα της Ουκρανίας, ξεπερνάει τα περιθώρια αυτού του πονήματος.

Τους στόχους και τις πολιτικές μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης θα πρέπει να διατρέχει η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να κάνουμε/διευθετούμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο· αλλά και αντίστροφα, δεν πρέπει να γίνεται σε εθνικό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά ή πιο δίκαια στο ευρωπαϊκό.

Στόχος πρώτος: οι δημοκρατικοί θεσμοί Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί εξασφαλίζουν ότι η κατεύθυνση της
ευρωπαϊκής πολιτικής νομιμοποιείται μέσα από την κάλπη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται άμεσα, αλλά ενώ παίζει σημαντικό
ρόλο στην τελική διαμόρφωση της νομοθεσίας δεν είναι αυτό που την προτείνει ή που ξεκινά πρωτοβουλίες. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
αποτελείται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των κρατών. Όμως ούτε αυτό προτείνει νομοθεσία. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της
νομοθεσίας είναι μιρκότερος από το άθροισμα των συμφερόντων των κρατών-μελών, καθώς οι αποφάσεις συχνά αδυνατίζουν από την ανάγκη
συμβιβασμού ή αργούν για να μη θίξουν συμφέροντα κυβερνώντων κομμάτων – παράδειγμα η τραπεζική ενοποίηση. Το εκτελεστικό όργανο
της ΕΕ, η Επιτροπή, προτείνει νομοθεσία, επιτηρεί την εφαρμογή της και εκπροσωπεί το πανευρωπαϊκό συμφέρον, χωρίς όμως την απαιτούμενη
δημοκρατική νομιμοποίηση. Σαν αποτέλεσμα, της λείπει η πολιτική πυγμή προκειμένου να υποστηρίζει τις πολιτικές που απαιτούν οι
δραστικές λύσεις για τα σημερινά προβλήματα.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής που θα προκύψει από τις εκλογές του 2014 έχει την ευθύνη για τη γενική κατεύθυνση της νομοθεσίας. Αυτό είναι
βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά, δεν αρκεί. Ο ύστατος στόχος θα πρέπει να είναι μια Επιτροπή της οποίας όλα τα μέλη προκύπτουν από
εκλογές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε ένα 10% του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εκλέγεται με ένα ευρωπαϊκό ψηφοδέλτιο της κάθε
κοινοβουλευτικής παράταξης και όλα τα μέλη της Επιτροπής να προκύπτουν από τους εκλεγέντες με αυτόν τον τρόπο. Μια τέτοια
επιτροπή θα ήταν σαν μια Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Κυβέρνηση – με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να αντιστοιχούν σε Κάτω και Άνω
Βουλή. Σε ένα τέτοιο σχήμα βέβαια το Συμβούλιο θα διατηρούσε τον «συνταγματικό» ρόλο στην αναθεώρηση των συνθηκών.

Στόχος δεύτερος: η οικονομική συνοχή και ανάπτυξη Το κοινό νόμισμα έχει στόχο να εξασφαλίσει την οικονομική συνοχή και ανάπτυξη. Στην παρούσα του μορφή όμως έχει τρεις σημαντικές αδυναμίες.
Πρώτον, ότι οι θεσμοί της νομισματικής ενοποίησης είναι ακόμη λειψοί: Ο απαραίτητος δημοσιονομικός συντονισμός είναι υποτυπώδης. Το
κοινό νόμισμα δεν συμπληρώνεται από θεσμούς και λειτουργίες κεντρικών τραπεζών που τις θεωρούσαμε αυτονόητες στο επίπεδο του κάθε κράτους – όπως ο δανειστής ύστατης ανάγκης για την αποτροπή τραπεζικών πανικών.

Δεύτερον, παραμένουν δομικές ασυμμετρίες. Η πίεση για προσαρμογή είναι μεγαλύτερη σε ελλειμματικές χώρες παρά σε πλεονασματικές.
Αυτό συνεπάγεται εγγενείς τάσεις που γεννούν και παρατείνουν την ύφεση.

Τρίτον, τα οφέλη της ενοποίησης καθυστερούν και κατανέμονται άνισα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ο λόγος για τον οποίο προωθήθηκε το
κοινό νόμισμα ήταν για να δημιουργηθεί μια μεγάλη και δυναμική αγορά – μια αγορά που μπορούσε να επισκιάσει αυτή των ΗΠΑ. Το νόμισμα
όμως, όσο σημαντικό και να είναι, δεν αρκεί μόνο του για να αναδείξει τον λανθάνοντα δυναμισμό της Ευρώπης. Για να γίνει η Ευρώπη κοινή
αγορά στην ουσία –και όχι ως απλό ρητορικό κατασκεύασμα– απαιτούνται πολύ πιο θαρραλέες αποφάσεις. Όσο αυτές καθυστερούν, η Ευρώπη θα παραμένει ένα σύνολο 28 εθνικών οικονομιών. Δεν είναι τυχαίο ότι όποιος Ευρωπαίος έχει μια αξιοποιήσιμη καινοτομική ιδέα προτιμά να μετακομίσει για να την αξιοποιήσει στις ΗΠΑ.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες, αντιμετωπίζουμε το κόστος της ενοποίησης αν και όφελος ακόμη αναζητείται. Επιπλέον το ισοζύγιο
αυτό κατανέμεται άνισα. Η ενοποίηση προχώρησε πολύ ταχύτερα σε θέματα που αφορούσαν το κεφάλαιο, παρά την απασχόληση. Και αυτό
παρά το γεγονός ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ευρώπης βρίσκεται ακριβώς στο εργατικό δυναμικό και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η απασχόληση ως τώρα αποτελούσε τον φτωχό συγγενή του ευρωπαϊκού συντονισμού. Άφηνε στο κεφάλαιο τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην
Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, ταυτίζοντας έτσι την ευρωπαϊκή ιδέα με την προστασία των επιχειρήσεων και όχι των ανθρώπων. Το κεφάλαιο
αποδείχθηκε περισσότερο κινητικό και οι επιχειρήσεις πιο κοσμοπολίτικες από τις οργανωμένες μορφές της εργασίας. Τα συνδικάτα, ανά την Ευρώπη, παρά τις διεθνιστικές τους ρίζες αποδείχθηκαν δέσμια των εθνικών συνόρων, προτιμώντας επιμέρους συναλλαγές με εθνικές κυβερνήσεις αντί του πιο ανοιχτού παιχνιδιού στο ευρωπαϊκό γήπεδο.

Στόχος τρίτος: Κοινωνική συνοχή Η κοινωνική συνοχή έρχεται να αντιμετωπίσει τις διαταραχές που δημιουργεί η οικονομική ανάπτυξη. Βοηθά στην παραγωγή πλούτου και δεν τον αναδιανέμει απλώς εκ των υστέρων. Είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της βιωσιμότητας αλλά και την παροχή περιεχομένου στη δημοκρατική νομιμοποίηση. Όμως, παρά τον κρίσιμο ρόλο της, η κοινωνική πολιτική στην Ευρώπη
παραμένει αυστηρά εθνική. Έτσι αγνοεί τις πραγματικές επιπτώσεις της αυξανόμενης κινητικότητας τόσο του κεφαλαίου όσο και των εργαζομένων. Όταν ένας Έλληνας μετακινείται για κάποια χρόνια στην Ισπανία και ένας Άγγλος στη Σουηδία, δεν μεταφέρει μόνο την εργασία, αλλά και τη ζωή του – τις κοινωνικές του ανάγκες. Για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στο όραμά της χρειάζεται η κοινωνική αλληλεγγύη να μην σταματά στα εθνικά σύνορα.
Σήμερα η Ευρώπη μεταβιβάζει τεράστια ποσά από το κέντρο στις περιφέρειες επικαλούμενη την κοινωνική συνοχή. Όμως, το σημερινό
«σύστημα» είναι μια κουρελού χωρίς συνεκτική λογική – όσο και αν εξασφαλίζει κάποια ιστορική συνέχεια. Οι σημερινές μεταβιβάσεις –τα
διαρθρωτικά ταμεία, το ταμείο συνοχής κ.λπ.– έχουν κύριο στόχο να κλείνουν τρύπες στις διακρατικές ισορροπίες.
Για αυτό και κατηγορούνται συχνά ως προϊόν συνδιαλλαγής ή χαρακτηρίζονται απλές αντιπαροχές σε άσχετα θέματα. Αν πραγματικά εννοούμε ότι χρειαζόμαστε κοινωνική συνοχή, χρειαζόμαστε και ριζικές αλλαγές σε όλο το σύστημα μεταβιβάσεων.

Στόχος Τέταρτος: Παιδεία
Για να είναι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία βιώσιμη θα πρέπει να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα. Σε προηγούμενους αιώνες αυτή πήγαζε «αυτομάτως» από μια παιδεία από την οποία προέκυπτε πλουτοπαραγωγική γνώση, τεχνολογία και καινοτομία. Η Ευρώπη είχε τότε μια πρωτοπορία που τώρα σιγά-σιγά χάνεται. Αποτέλεσμα, η τεχνολογία και η καινοτομία να μεταφέρονται εύκολα σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε η Ευρώπη, ένας χώρος φτωχός σε φυσικούς πόρους, να διατηρήσει την θέση της στον κόσμο, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν ριζικές καινοτομίες στον χώρο της παιδείας που να αντανακλούν τις συνθήκες και την τεχνολογία του 21ου αιώνα. Αυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ένα μακροπρόθεσμο πειραματικό πρόγραμμα και μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα θα συμμετείχαν, εθελοντικά, σχολεία από όλη την Ευρώπη. Ξεκινώντας από μεταρρυθμίσεις στις μικρές ηλικίες, αυτές
θα προχωρούσαν μέχρι την είσοδο στην ανώτατη παιδεία κερδίζοντας ένα έτος εκπαίδευσης κάθε δυο περίπου χρόνια. Έτσι, σε 25 με 30 χρόνια θα προκύψει ένα τελείως νέο σύστημα παιδείας, δοκιμασμένο στην πράξη και πιστοποιημένο από την ΕΕ. Ένα τέτοιο σύστημα θα εξασφάλιζε την βέλτιστη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση αλλά και τον προσανατολισμό της παιδείας προς τη δημιουργικότητα και την κοινωνικότητα. Το σύστημα το οποίο θα προέκυπτε θα επέτρεπε την προσαρμογή του στις ιδιομορφίες του κάθε τόπου καθώς και την παράλληλη λειτουργία του, σε καθαρά εθελοντική βάση, με οποιοδήποτε άλλο συμβατικό σύστημα θα επιθυμούσε ενδεχομένως να διατηρήσει κάποιο κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η συγκυρία των Ευρωεκλογών
Οι επικείμενες Ευρωεκλογές είναι ταυτόχρονα οι πιο «επικίνδυνες» εκλογές για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία που παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα. Οι κίνδυνοι πηγάζουν από τη αντιμετώπισή τους σαν μια ακόμη επέκτασης του τοπικού εκλογικού σκηνικού. Η αποχή, με πηγή την απογοήτευση, η ψήφος-τιμωρία και η ψήφος-«μήνυμα» περιφρονούν και ακυρώνουν τη μεγαλύτερη έως σήμερα ευκαιρία για δημοκρατική αλλαγή στην Ευρώπη.

Η ευκαιρία είναι η ψήφος με ευρωπαϊκά κριτήρια: Αδιαφορώντας για τα εθνικά κόμματα (αφού δεν ψηφίζουμε σε εθνικές εκλογές), θα πρέπει να
δούμε τι πρεσβεύουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές παρατάξεις, αλλά και ποιον προτείνουν για τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το κριτήριο πρέπει είναι τι προτείνουν για το μέλλον της Ευρώπης και τι για την έξοδο από την κρίση.
Μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη μακροπρόθεσμα θα φέρει και περισσότερη δημοκρατία. Όμως δεν μπορούμε να περιμένουμε. Πρέπει να αρχίσει η δημοκρατική εμβάθυνση το συντομότερο. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος οι φυγόκεντρες αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να την κάνουν δια παντός αδύνατη.Από την ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ και τον ΣΙΜΟ ΜΠΕΝΣΑΣΣΩΝ
Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 50, Απρίλιος 2914, σελ 43-44

Τι Ευρώπη χρειαζόμαστε;

«Δεν έχουμε ανάγκη από Ηνωμένα Έθνη της Ευρώπης, αλλά Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. ... Ο πυρήνας της Ευρώπης δεν συγκροτείται από τα έθνη της. Η Ευρώπη έχει τους πολίτες στον πυρήνα της.»
Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφασταντ Jürgen Habermas, The Crisis of the European Union: A Response, Polity Press, Cambridge 2013, pp. 120 Simon Hix, What’s Wrong with the European Union and How to Fix it, Polity Press, Cambridge 2008, pp. 228 Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και Γκυ Βερχόφσταντ, Ξύπνα Ευρώπη! Ένα μανιφέστο για μια άλλη Ευρώπη, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012, σελ. 188

Οι Ευρωεκλογές διαφέρουν από τις εθνικές εκλογές όσο οι εθνικές εκλογές από τις εκλογές για τον δήμαρχο Άνω Αγουλινίτσας. Και οι τρεις είναι σημαντικές αλλά τα κριτήρια με τα οποία ψηφίζουμε θα έπρεπε να είναι τελείως διαφορετικά. Η τάση στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνο, είναι η επιβολή εθνικών (κομματικών) κριτηρίων και στα τρία επίπεδα. Έτσι εξασφαλίζεται, βέβαια, η ευημερία των κομμάτων. Όμως τα υπαρκτά προβλήματα του τοπικού ή του ευρωπαϊκού επιπέδου παραμένουν αζήτητα και άλυτα.
Η κρίση που περνάει ολόκληρη η Ευρώπη εντείνει την τάση πολλών για επιστροφή σε «παλιές καλές μέρες», σε ευρωσκεπτικισμό και επίσης σε αντιευρωπαϊσμό. Ξεχνάνε πόσο λιγότερο καλές ήταν αυτές οι παλιές μέρες ακόμη και από τις μέρες της κρίσης. Η ανάμνηση των «Ημερών του 2007 – προ κρίσης» εξαφανίζει τις «Ημέρες του 1977 – προ Ευρώπης». Το «ρολόι πίσω» μάς επιστρέφει στο επίπεδο ζωής του 1970, ελαττωμένο κατά το μέγεθος της κρίσης αλλά χωρίς σανίδα σωτηρίας ή εξόδου από αυτήν. Δεν είναι σύμπτωση ότι οι Έλληνες σε πρόσφατο ευρωβαρόμετρο έχουν την χειρότερη εικόνα της Ευρώπης από κάθε άλλο.

Τι φταίει για μια τόσο αρνητική αντιμετώπιση της Ευρώπης; Η σημαντικότερη ίσως αιτία είναι η αδυναμία του ευρωπαίου ψηφοφόρου να επηρεάσει απευθείας την ευρωπαϊκή πολιτική. Την ευθύνη για αυτό την έχει η κυβέρνηση, η οποία όμως δεν εκλέχθηκε με βάση την ευρωπαϊκή πολιτική της. Αυτή η αποκοπή του πολίτη από το να κατευθύνει τις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτελεί ένα ξεκάθαρο δημοκρατικό έλλειμμα.

Οι εποχές κρίσης όπως αυτή που διανύουμε απαιτούν δραστικές λύσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Για αυτή τη νομιμοποίηση απαιτείται ένας ευρωπαϊκός «δήμος» –ένας χώρος συλλογικής διαλεκτικής μέσα από την οποία οι πολίτες επιλέγουν, σε εκλογές, την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής– αποδοκιμάζοντας κατά το δοκούν πολιτικές που απέτυχαν. Τέτοιος δήμος και τέτοιο σύστημα επιλογής της ευρωπαϊκής πολιτικής δεν υπάρχει σήμερα. Είναι η έλλειψη ενός τέτοιου δήμου που τροφοδοτεί
το ρεύμα αμφισβήτησης στην Ευρώπη. Η αμφισβήτηση αυτή απορρίπτει τη βαθύτερη ενοποίηση και προκρίνει διάφορες εκδοχές «νεοεθνικισμού».

Στις εκλογές του Μαΐου δίνεται η δυνατότητα να αρχίσει να ξεπερνιέται αυτό το έλλειμμα. Οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για την εκλογή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – δηλαδή του εκτελεστικού οργάνου της ΕΕ και του μόνου από τα τρία βασικά όργανα (με το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο) που δεν μπορεί να υποστεί τα αποτελέσματα της λαϊκής αποδοκιμασίας. Είναι ένα μικρό πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά αν δεν θέλουμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω πολλές δεκαετίες και αν θέλουμε να στηρίξουμε μια Ευρώπη που θα αντιμετωπίσει και θα λύσει τα προβλήματά της με δημοκρατικό τρόπο πρέπει να προσδιορίσουμε τι Ευρώπη χρειαζόμαστε.

Ένα κεντρικό δίλημμα:
Ομοσπονδιακή Ευρώπη ή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών; Η Ευρώπη εξ αρχής ήταν ένα πείραμα στη διακυβέρνηση. Ήταν μια αναζήτηση στο ανεξερεύνητο τοπίο της συνεργασίας, της εθελοντικής παραίτησης από κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ μιας πολύ μεγαλύτερης «πίτας» κοινών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Έτσι μας χάρισε εβδομήντα σχεδόν χρόνια ειρήνης και συνεργασίας και στηρίζει την κοινωνική συνοχή παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μια διάλυση της Ένωσης που μερικοί θα ήθελαν θα μπορούσε εύκολα να μετατρέψει τις σημερινές αντιμετωπίσιμες δυσκολίες σε επαναλήψεις παρελθόντων διχασμών. Για τον λόγο αυτό βλέπουμε μονάχα δυο λύσεις για σοβαρή επιλογή. Από την μια πολύ πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη βαθύτερης συνεργασίας και αλληλεγγύης και από την άλλη την Ευρώπη της αφετηρίας – μια Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. Από τη δεκαετία του ’50, κάθε της βήμα ήταν προς «μια ευρύτερη και βαθύτερη Ευρώπη» – μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη, παρά την άρνηση των Βρετανών να περιληφθεί η λέξη «ομοσπονδιακή» στις διάφορες συνθήκες. Όπως έλεγε ο Ντελόρ, η Ευρώπη είναι σαν ποδήλατο: αν δεν προχωρήσεις θα πέσεις. Η δική μας απάντηση θέτει το παλιό ερώτημα στο πλαίσιο των νέων δεδομένων της παγκοσμιοποίησης, της ανάπτυξης νέων ανταγωνιστών, και της πραγματικότητας μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και κυρίως του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο προκρίνουμε την Ομοσπονδία επειδή:
— Μόνο σαν Ομοσπονδιακή Ευρώπη μπορούμε να ανταγωνιστούμε σε έναν κόσμο που το οικονομικό κέντρο βάρους του (και όχι μόνο) απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την γηραιά ήπειρο, που το ιστορικά κυριότερο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, η γνώση, έχει γίνει παγκοσμίως κοινό αγαθό.
— Η Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών έχει δείξει να λειτουργεί μόνο όταν πνέει ούριος άνεμος –κάνοντας τα καλά καλύτερα– ενώ στα δύσκολα μπορεί να κάνει τα κακά χειρότερα. Σε χώρες σαν την Ελλάδα, για παράδειγμα, η κρίση ανέδειξε παθογένειες, όπως τα ελλείμματα, που μια απλή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών δεν βοηθά στην αντιμετώπισή τους.

Μήπως στη σημερινή εποχή δεν χρειάζεται να απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα; Μήπως υπάρχουν πλέον κάποιες περισσότερο ευρύχωρες «ενδιάμεσες θέσεις»; Η πορεία της Ευρώπης μέχρι σήμερα έχει αφήσει πίσω της τον σταθμό της Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, αλλά δεν έχει πλησιάσει τον σταθμό «Ομοσπονδία». Βρίσκεται κάπου στη μέση, και παραπαίει: βλέπει την ανταγωνιστικότητα και την αξιοπιστία της να υποχωρούν, το κλίμα των προσδοκιών να βαραίνει, τον ορίζοντα της βιωσιμότητας να σκουραίνει.

Και μέσα στην κρίση τα αβέβαια γίνονται ακόμα δυσκολότερα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση: Το συλλογικό μας ποδήλατο, η Ευρώπη, ή θα
προχωρήσει προς ένα ομοσπονδιακό μέλλον ή θα χάσει την ισορροπία του (και θα επιστρέψουμε με τα πόδια στο σημείο εκκίνησης).
Πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα υλοποιήσουμε αυτό το ομοσπονδιακό μέλλον και ποιους στόχους θα θέλαμε να θέσουν το νέο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο και η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι στόχοι για μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη Τι χαρακτηρίζει μια ομοσπονδία, πέρα από τα σύμβολα όπως η σημαία, ο ύμνος, η πρωτεύουσα και η «εθνική ομάδα»;
– Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί.
– Η οικονομική συνοχή.
– Η κοινωνική συνοχή.
– Η παιδεία.
Σ’ αυτά θα έπρεπε να προσθέσουμε ως αυτοτελή στόχο την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας. Στους τομείς αυτούς η παρέμβαση της ΕΕ στην πράξη περιορίζεται είτε σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε σε μια επέκταση της πολιτικής του ΝΑΤΟ. Η συζήτηση όμως μιας πολιτικής που θα προσπαθούσε να προσδιορίσει και να στηρίξει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα στο θέμα της Ουκρανίας, ξεπερνάει τα περιθώρια αυτού του πονήματος.

Τους στόχους και τις πολιτικές μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης θα πρέπει να διατρέχει η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να κάνουμε/διευθετούμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο· αλλά και αντίστροφα, δεν πρέπει να γίνεται σε εθνικό επίπεδο ό,τι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά ή πιο δίκαια στο ευρωπαϊκό.

Στόχος πρώτος: οι δημοκρατικοί θεσμοί Οι κοινοί δημοκρατικοί θεσμοί εξασφαλίζουν ότι η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής νομιμοποιείται μέσα από την κάλπη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται άμεσα, αλλά ενώ παίζει σημαντικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της νομοθεσίας δεν είναι αυτό που την προτείνει ή που ξεκινά πρωτοβουλίες. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποτελείται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των κρατών. Όμως ούτε αυτό προτείνει νομοθεσία. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της νομοθεσίας είναι μιρκότερος από το άθροισμα των συμφερόντων των κρατών-μελών, καθώς οι αποφάσεις συχνά αδυνατίζουν από την ανάγκη συμβιβασμού ή αργούν για να μη θίξουν συμφέροντα κυβερνώντων κομμάτων – παράδειγμα η τραπεζική ενοποίηση. Το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ, η Επιτροπή, προτείνει νομοθεσία, επιτηρεί την εφαρμογή της και εκπροσωπεί το πανευρωπαϊκό συμφέρον, χωρίς όμως την απαιτούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση. Σαν αποτέλεσμα, της λείπει η πολιτική πυγμή προκειμένου να υποστηρίζει τις πολιτικές που απαιτούν οι δραστικές λύσεις για τα σημερινά προβλήματα.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής που θα προκύψει από τις εκλογές του 2014 έχει την ευθύνη για τη γενική κατεύθυνση της νομοθεσίας. Αυτό είναι βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά, δεν αρκεί. Ο ύστατος στόχος θα πρέπει να είναι μια Επιτροπή της οποίας όλα τα μέλη προκύπτουν από εκλογές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε ένα 10% του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εκλέγεται με ένα ευρωπαϊκό ψηφοδέλτιο της κάθε κοινοβουλευτικής παράταξης και όλα τα μέλη της Επιτροπής να προκύπτουν από τους εκλεγέντες με αυτόν τον τρόπο. Μια τέτοια
επιτροπή θα ήταν σαν μια Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Κυβέρνηση – με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να αντιστοιχούν σε Κάτω και Άνω Βουλή. Σε ένα τέτοιο σχήμα βέβαια το Συμβούλιο θα διατηρούσε τον «συνταγματικό» ρόλο στην αναθεώρηση των συνθηκών.

Στόχος δεύτερος: η οικονομική συνοχή και ανάπτυξη Το κοινό νόμισμα έχει στόχο να εξασφαλίσει την οικονομική συνοχή και ανάπτυξη. Στην παρούσα του μορφή όμως έχει τρεις σημαντικές αδυναμίες.
Πρώτον, ότι οι θεσμοί της νομισματικής ενοποίησης είναι ακόμη λειψοί: Ο απαραίτητος δημοσιονομικός συντονισμός είναι υποτυπώδης. Το κοινό νόμισμα δεν συμπληρώνεται από θεσμούς και λειτουργίες κεντρικών τραπεζών που τις θεωρούσαμε αυτονόητες στο επίπεδο του κάθε κράτους – όπως ο δανειστής ύστατης ανάγκης για την αποτροπή τραπεζικών πανικών.

Δεύτερον, παραμένουν δομικές ασυμμετρίες. Η πίεση για προσαρμογή είναι μεγαλύτερη σε ελλειμματικές χώρες παρά σε πλεονασματικές. Αυτό συνεπάγεται εγγενείς τάσεις που γεννούν και παρατείνουν την ύφεση.

Τρίτον, τα οφέλη της ενοποίησης καθυστερούν και κατανέμονται άνισα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ο λόγος για τον οποίο προωθήθηκε το κοινό νόμισμα ήταν για να δημιουργηθεί μια μεγάλη και δυναμική αγορά – μια αγορά που μπορούσε να επισκιάσει αυτή των ΗΠΑ. Το νόμισμα όμως, όσο σημαντικό και να είναι, δεν αρκεί μόνο του για να αναδείξει τον λανθάνοντα δυναμισμό της Ευρώπης. Για να γίνει η Ευρώπη κοινή αγορά στην ουσία –και όχι ως απλό ρητορικό κατασκεύασμα– απαιτούνται πολύ πιο θαρραλέες αποφάσεις. Όσο αυτές καθυστερούν, η Ευρώπη θα παραμένει ένα σύνολο 28 εθνικών οικονομιών. Δεν είναι τυχαίο ότι όποιος Ευρωπαίος έχει μια αξιοποιήσιμη καινοτομική ιδέα προτιμά να μετακομίσει για να την αξιοποιήσει στις ΗΠΑ.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες, αντιμετωπίζουμε το κόστος της ενοποίησης αν και όφελος ακόμη αναζητείται. Επιπλέον το ισοζύγιo αυτό κατανέμεται άνισα. Η ενοποίηση προχώρησε πολύ ταχύτερα σε θέματα που αφορούσαν το κεφάλαιο, παρά την απασχόληση. Και αυτό παρά το γεγονός ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ευρώπης βρίσκεται ακριβώς στο εργατικό δυναμικό και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η απασχόληση ως τώρα αποτελούσε τον φτωχό συγγενή του ευρωπαϊκού συντονισμού. Άφηνε στο κεφάλαιο τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, ταυτίζοντας έτσι την ευρωπαϊκή ιδέα με την προστασία των επιχειρήσεων και όχι των ανθρώπων. Το κεφάλαιο αποδείχθηκε περισσότερο κινητικό και οι επιχειρήσεις πιο κοσμοπολίτικες από τις οργανωμένες μορφές της εργασίας. Τα συνδικάτα, ανά την Ευρώπη, παρά τις διεθνιστικές τους ρίζες αποδείχθηκαν δέσμια των εθνικών συνόρων, προτιμώντας επιμέρους συναλλαγές με εθνικές κυβερνήσεις αντί του πιο ανοιχτού παιχνιδιού στο ευρωπαϊκό γήπεδο.

Στόχος τρίτος: Κοινωνική συνοχή Η κοινωνική συνοχή έρχεται να αντιμετωπίσει τις διαταραχές που δημιουργεί η οικονομική ανάπτυξη. Βοηθά στην παραγωγή πλούτου και δεν τον αναδιανέμει απλώς εκ των υστέρων. Είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της βιωσιμότητας αλλά και την παροχή περιεχομένου στη δημοκρατική νομιμοποίηση. Όμως, παρά τον κρίσιμο ρόλο της, η κοινωνική πολιτική στην Ευρώπη παραμένει αυστηρά εθνική. Έτσι αγνοεί τις πραγματικές επιπτώσεις της αυξανόμενης κινητικότητας τόσο του κεφαλαίου όσο και των εργαζομένων. Όταν ένας Έλληνας μετακινείται για κάποια χρόνια στην Ισπανία και ένας Άγγλος στη Σουηδία, δεν μεταφέρει μόνο την εργασία, αλλά και τη ζωή του – τις κοινωνικές του ανάγκες. Για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στο όραμά της χρειάζεται η κοινωνική αλληλεγγύη να μην σταματά στα εθνικά σύνορα.
Σήμερα η Ευρώπη μεταβιβάζει τεράστια ποσά από το κέντρο στις περιφέρειες επικαλούμενη την κοινωνική συνοχή. Όμως, το σημερινό «σύστημα» είναι μια κουρελού χωρίς συνεκτική λογική – όσο και αν εξασφαλίζει κάποια ιστορική συνέχεια. Οι σημερινές μεταβιβάσεις –τα διαρθρωτικά ταμεία, το ταμείο συνοχής κ.λπ.– έχουν κύριο στόχο να κλείνουν τρύπες στις διακρατικές ισορροπίες. Για αυτό και κατηγορούνται συχνά ως προϊόν συνδιαλλαγής ή χαρακτηρίζονται απλές αντιπαροχές σε άσχετα θέματα. Αν πραγματικά εννοούμε ότι χρειαζόμαστε κοινωνική συνοχή, χρειαζόμαστε και ριζικές αλλαγές σε όλο το σύστημα μεταβιβάσεων.

Στόχος Τέταρτος: Παιδεία
Για να είναι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία βιώσιμη θα πρέπει να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα. Σε προηγούμενους αιώνες αυτή πήγαζε «αυτομάτως» από μια παιδεία από την οποία προέκυπτε πλουτοπαραγωγική γνώση, τεχνολογία και καινοτομία. Η Ευρώπη είχε τότε μια πρωτοπορία που τώρα σιγά-σιγά χάνεται. Αποτέλεσμα, η τεχνολογία και η καινοτομία να μεταφέρονται εύκολα σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε η Ευρώπη, ένας χώρος φτωχός σε φυσικούς πόρους, να διατηρήσει την θέση της στον κόσμο, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν ριζικές καινοτομίες στον χώρο της παιδείας που να αντανακλούν τις συνθήκες και την τεχνολογία του 21ου αιώνα. Αυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ένα μακροπρόθεσμο πειραματικό πρόγραμμα και μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα θα συμμετείχαν, εθελοντικά, σχολεία από όλη την Ευρώπη. Ξεκινώντας από μεταρρυθμίσεις στις μικρές ηλικίες, αυτές θα προχωρούσαν μέχρι την είσοδο στην ανώτατη παιδεία κερδίζοντας ένα έτος εκπαίδευσης κάθε δυο περίπου χρόνια. Έτσι, σε 25 με 30 χρόνια θα προκύψει ένα τελείως νέο σύστημα παιδείας, δοκιμασμένο στην πράξη και πιστοποιημένο από την ΕΕ. Ένα τέτοιο σύστημα θα εξασφάλιζε την βέλτιστη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση αλλά και τον προσανατολισμό της παιδείας προς τη δημιουργικότητα και την κοινωνικότητα. Το σύστημα το οποίο θα προέκυπτε θα επέτρεπε την προσαρμογή του στις ιδιομορφίες του κάθε τόπου καθώς και την παράλληλη λειτουργία του, σε καθαρά εθελοντική βάση, με οποιοδήποτε άλλο συμβατικό σύστημα θα επιθυμούσε ενδεχομένως να διατηρήσει κάποιο κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η συγκυρία των Ευρωεκλογών
Οι επικείμενες Ευρωεκλογές είναι ταυτόχρονα οι πιο «επικίνδυνες» εκλογές για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία που παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα. Οι κίνδυνοι πηγάζουν από τη αντιμετώπισή τους σαν μια ακόμη επέκτασης του τοπικού εκλογικού σκηνικού. Η αποχή, με πηγή την απογοήτευση, η ψήφος-τιμωρία και η ψήφος-«μήνυμα» περιφρονούν και ακυρώνουν τη μεγαλύτερη έως σήμερα ευκαιρία για δημοκρατική αλλαγή στην Ευρώπη.

Η ευκαιρία είναι η ψήφος με ευρωπαϊκά κριτήρια: Αδιαφορώντας για τα εθνικά κόμματα (αφού δεν ψηφίζουμε σε εθνικές εκλογές), θα πρέπει να δούμε τι πρεσβεύουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές παρατάξεις, αλλά και ποιον προτείνουν για τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το κριτήριο πρέπει είναι τι προτείνουν για το μέλλον της Ευρώπης και τι για την έξοδο από την κρίση. Μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη μακροπρόθεσμα θα φέρει και περισσότερη δημοκρατία. Όμως δεν μπορούμε να περιμένουμε. Πρέπει να αρχίσει η δημοκρατική εμβάθυνση το συντομότερο. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος οι φυγόκεντρες αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να την κάνουν δια παντός αδύνατη.